βασκαντικός

βασκ-αντικός, ή, όν,
A envious,

φθονητικὴ καὶ β. ἕξις Plu.2.682d

, cf. Phld.Vit.p.42J.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βασκαντικός — βασκαντικός, ή, όν (Α) [βασκαίνω] φθονερός, φιλοκατήγορος …   Dictionary of Greek

  • βασκαντικόν — βασκαντικός envious masc acc sg βασκαντικός envious neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασκαντικῇ — βασκαντικός envious fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασκαντικήν — βασκαντικός envious fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.